ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ #1

                Ορυκτέλαιο ονομάζουμε το υγρό που είναι μείγμα υδρογονανθράκων (δηλαδή προϊόντα διύλισης πετρελαίου με κύρια συστατικά το υδρογόνο Η και τον άνθρακα C) και διαφόρων άλλων χημικών ουσιών. Τα ορυκτέλαια συνδυάζουν σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό όλες τις βασικές ιδιότητες των λιπαντικών (τις 4 βασικές που αναφέρονται στο άρθρο 3 Ιδιότητες Λιπαντικών) και είναι αρκετά οικονομικά. Γι’ αυτό είναι το πιο διαδεδομένο λιπαντικό μέσο. Μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο οι διάφορες τεχνικές διύλισης για παραγωγή ορυκτελαίων είχαν βελτιωθεί τόσο, που δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια για καλύτερη ποιότητα λαδιών από τα διυλιστήρια. Δηλαδή έπρεπε να βρεθεί άλλος τρόπος παρασκευής λιπαντικών αν θέλαμε επιπλέον ιδιότητες.

                Από την άλλη πλευρά η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας δημιούργησε αυξημένες απαιτήσεις από τα λιπαντικά (υψηλές ταχύτητες, μεγάλα φορτία, μεταβλητά φορτία, καλύτερη συμπεριφορά στις υψηλές θερμοκρασίες, κλπ.). Έτσι, άρχισαν να παράγονται μίγματα των προϊόντων της διύλισης με διάφορες χημικές ουσίες. Τις ουσίες αυτές τις ονομάζουμε πρόσθετα ή βελτιωτικά ορυκτελαίων. Δηλαδή έχουμε το ορυκτέλαιο όπως παράγεται από τη διύλιση του πετρελαίου, το οποίο χρησιμοποιούμε ως βάση, και σε αυτό προσθέτουμε έξτρα χημικές ενώσεις προκειμένου να πετύχουμε επιπλέον ιδιότητες ή να βελτιώσουμε τις ήδη υπάρχουσες. 

                Η χρησιμοποίηση των προσθέτων στα ορυκτέλαια που παράγουμε από τα διυλιστήρια, έχει σαν αποτέλεσμα:

*  Την βελτίωση μιας ή και περισσότερων ιδιοτήτων του λιπαντικού

*  Την μείωση του ρυθμού που το λιπαντικό υφίσταται ανεπιθύμητες ποιοτικές μεταβολές κατά την διάρκεια της χρησιμοποίησής του (δηλαδή μεγαλύτερη διάρκεια ζωής). Παράδειγμα τα λιπαντικά E7 και Ε9.

*  Δίνει στο λιπαντικό τελείως νέες ιδιότητες που βελτιώνουν την απόδοσή του.

                Μερικά από τα πρόσθετα μπορούν και επιδρούν σε παραπάνω από μια ιδιότητες του λιπαντικού, ενώ σε άλλες περιπτώσεις χρειάζονται να προστεθούν επιπλέον για να πετύχουμε την επιθυμιτή ποιότητα. Ένα πρόσθετο δεν συμπεριφέρεται πάντα με τον ίδιο τρόπο.

Ο τρόπος δράσης του εξαρτάται, από το βασικό λάδι και τα άλλα πρόσθετα που υπάρχουν σε αυτό.

Σε μερικές περιπτώσεις παρατηρήθηκε ότι πρόσθετα έδρασαν διαφορετικά από ότι  αναμενόταν ή αντέδρασαν χημικά με άλλα πρόσθετα, με αποτέλεσμα την καταστροφή του λιπαντικού. Γι’ αυτό πρέπει να αποφεύγεται η χρησιμοποίηση προσθέτων πέρα από αυτά που περιέχονται στο λιπαντικό. Δηλαδή αν χρησιμοποιούμε ένα λιπαντικό με πρόσθετα δεν είναι σωστό να προσθέτουμε εμείς από μόνοι μας «επιπλέον» βελτιωτικά.

Επίσης, είναι και αυτός ένας λόγος που παρατηρούμε διαφορετική συμπεριφορά του κινητήρα όταν αλλάζουμε μάρκα ή τύπο λιπαντικού.

Μπορεί δηλαδή κάποια πρόσθετα από το προηγούμενο λιπαντικό να αντιδρούν με τα πρόσθετα από το νέο.

                Για την παραγωγή ενός ορυκτελαίου με μια εμπορική ονομασία απαιτείται πολύς χρόνος και πολλές δοκιμές και βελτιώσεις μέχρι να βγάλουμε το τελικό προϊόν. Επίσης, πρέπει να τονισθεί ότι ακόμη και αν η εμπορική ονομασία παραμένει η ίδια, η ποιότητα του λιπαντικού βελτιώνεται συνέχεια, με σκοπό να ανταποκρίνεται κάθε φορά στις νέες προδιαγραφές. Πρόσθετα χρησιμοποιούμε, στα ορυκτέλαια που χρησιμοποιούνται στις μηχανές εσωτερικής καύσης και στα συστήματα μετάδοσης κίνησης των οχημάτων και της βιομηχανίας.

Σισμανίδης Δ. Πασχάλης
Διπλωμ. Ηλεκτρολόγος Μηχανικός ΑΠΘ